Δεν μεγαλώνουν όλοι οι γονείς τα παιδιά τους με τον ίδιο τρόπο
Αν παρατηρήσουμε δέκα διαφορετικές οικογένειες, θα διαπιστώσουμε πολύ γρήγορα ότι δεν υπάρχουν δύο γονείς που να μεγαλώνουν τα παιδιά τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Άλλοι είναι πιο αυστηροί, άλλοι πιο ελαστικοί, άλλοι υπερπροστατευτικοί και άλλοι δίνουν από πολύ νωρίς μεγάλη ελευθερία. Το ενδιαφέρον είναι ότι πίσω από κάθε τρόπο διαπαιδαγώγησης δεν κρύβεται μόνο μια διαφορετική άποψη για την ανατροφή. Κρύβονται οι εμπειρίες των ίδιων των γονιών, οι φόβοι τους, οι αξίες τους και ο τρόπος με τον οποίο μεγάλωσαν οι ίδιοι.
Η ψυχολογία περιγράφει τέσσερις βασικούς τύπους γονεϊκής στάσης. Στην πραγματικότητα, βέβαια, κανένας γονιός δεν ανήκει αποκλειστικά σε μία μόνο κατηγορία. Οι περισσότεροι κινούμαστε ανάμεσα σε αυτές, ανάλογα με την προσωπικότητά μας αλλά και τις απαιτήσεις κάθε περιόδου της ζωής.
Ο πρώτος τύπος είναι ο αυστηρός γονιός. Πρόκειται για τον γονιό που δίνει μεγάλη σημασία στους κανόνες, στην πειθαρχία και στην υπακοή. Τα όρια είναι ξεκάθαρα και συχνά αδιαπραγμάτευτα. Τα παιδιά μεγαλώνουν γνωρίζοντας τι επιτρέπεται και τι όχι, όμως αρκετές φορές δυσκολεύονται να εκφράσουν ελεύθερα τα συναισθήματα ή τις διαφωνίες τους, γιατί φοβούνται την κριτική ή την απόρριψη.
Στην αντίθετη πλευρά βρίσκεται ο πολύ ελαστικός γονιός. Θέλει να είναι κοντά στο παιδί του, αποφεύγει τις συγκρούσεις και δυσκολεύεται να πει «όχι». Από αγάπη, πολλές φορές, υποχωρεί ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι χρειάζεται να μπει ένα όριο. Τα παιδιά αισθάνονται ότι γίνονται αποδεκτά, όμως συχνά δυσκολεύονται να διαχειριστούν τη ματαίωση, γιατί δεν έχουν μάθει ότι στη ζωή δεν μπορούν όλα να γίνουν όπως τα επιθυμούμε.
Υπάρχει ακόμη ο απόμακρος γονιός. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν αγαπά το παιδί του. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος εξαντλημένος από τις υποχρεώσεις, εγκλωβισμένος στις δυσκολίες της καθημερινότητας ή κάποιος που δεν έμαθε ποτέ να εκφράζει εύκολα τα συναισθήματά του. Το αποτέλεσμα όμως είναι ότι το παιδί συχνά μεγαλώνει με την αίσθηση πως πρέπει να τα καταφέρει μόνο του, αναζητώντας αλλού τη συναισθηματική σύνδεση που του λείπει.
Υπάρχει, τέλος, ο γονιός που συνδυάζει αγάπη και όρια. Είναι εκείνος που προσπαθεί να ακούσει το παιδί του χωρίς να χάνει τον γονεϊκό του ρόλο. Βάζει κανόνες, αλλά τους εξηγεί. Είναι σταθερός χωρίς να γίνεται άκαμπτος και τρυφερός χωρίς να φοβάται να δυσαρεστήσει όταν χρειάζεται. Δεν πετυχαίνει πάντα. Κάνει λάθη, θυμώνει, κουράζεται, όμως παραμένει διαθέσιμος να διορθώσει τη σχέση όταν αυτή τραυματιστεί.
Αυτός ο τρόπος διαπαιδαγώγησης φαίνεται, μέσα από πολλές έρευνες αλλά και την καθημερινή κλινική εμπειρία, να βοηθά περισσότερο τα παιδιά να αναπτύξουν αυτοπεποίθηση, υπευθυνότητα και συναισθηματική ασφάλεια.
Το σημαντικότερο όμως δεν είναι να αναρωτηθούμε σε ποια κατηγορία ανήκουμε. Είναι να θυμόμαστε ότι η γονεϊκότητα δεν είναι μια ταυτότητα που αποκτούμε μία φορά και μένει ίδια για πάντα. Είναι μια σχέση που εξελίσσεται. Υπάρχουν περίοδοι που γινόμαστε πιο αυστηροί επειδή φοβόμαστε. Άλλες φορές γινόμαστε πιο ελαστικοί επειδή αισθανόμαστε ενοχές. Συμβαίνει να απομακρυνόμαστε όταν οι δυσκολίες της ζωής μάς ξεπερνούν ή να υπερπροστατεύουμε επειδή δεν αντέχουμε να βλέπουμε το παιδί μας να στενοχωριέται.
Το ζητούμενο δεν είναι η τελειότητα… είναι η επίγνωση. Να μπορούμε να αναρωτηθούμε: «Αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή βοηθά πραγματικά το παιδί μου ή εξυπηρετεί περισσότερο τον δικό μου φόβο;» Αυτή η ερώτηση, όσο απλή κι αν ακούγεται, μπορεί να αλλάξει πολλά. Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται γονείς που έχουν πάντα τη σωστή απάντηση. Χρειάζονται γονείς που είναι πρόθυμοι να μαθαίνουν μαζί τους, να αναθεωρούν όταν χρειάζεται και να χτίζουν καθημερινά μια σχέση που στηρίζεται στην αγάπη, στην εμπιστοσύνη και στον αμοιβαίο σεβασμό.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό ενός καλού γονιού. Όχι ότι μεγαλώνει ένα παιδί χωρίς λάθη, αλλά ότι δεν σταματά ποτέ να μεγαλώνει και ο ίδιος μαζί του.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας



















